Με λένε Μαρίνα και είμαι τριάντα έξι χρονών. Δουλεύω ως νοσηλεύτρια σε ένα δημόσιο νοσοκομείο εδώ και δώδεκα χρόνια, και αν με ρωτήσεις τι σημαίνει αυτό, θα σου πω ότι σημαίνει βάρδιες που σου ανακατεύουν το βιολογικό ρολόι, ασθενείς που σε κοιτάζουν στα μάτια και σε παρακαλούν να μην τους αφήσεις, και μια κούραση που δεν φεύγει ούτε με τρεις μέρες ρεπό. Αγαπώ τη δουλειά μου, μην με παρεξηγήσεις. Την αγαπώ με έναν τρόπο περίεργο, σχεδόν μαζοχιστικό. Αλλά κάποιες φορές, όταν γυρίζω σπίτι στις επτά το πρωί μετά από νυχτερινή βάρδια και κάθομαι στον καναπέ με ένα φλιτζάνι καφέ που δεν έχει καμία γεύση, νιώθω σαν να έχω αδειάσει τελείως. Σαν να μην υπάρχει τίποτα μέσα μου παρά μόνο μια μεγάλη, βαριά σιωπή.
Ήμουν πάντα άνθρωπος που προσέχει. Δεν καπνίζω, δεν πίνω πολύ, δεν έχω πιστωτικές κάρτες με χρέη, και μέχρι τα τριάντα πέντε μου, το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που είχα κάνει ήταν να πάρω ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο χωρίς να το ελέγξω σε μηχανικό. Αυτό ήταν το επίπεδο του ρίσκου στη ζωή μου. Και μου άρεσε έτσι. Μου άρεσε η σταθερότητα, η πρόβλεψη, το να ξέρω τι θα γίνει αύριο. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν σου λένε για τη σταθερότητα: ότι κάποια στιγμή αρχίζει να μοιάζει με φυλακή. Και εγώ ένιωθα τη φυλακή μου να στενεύει εδώ και καιρό, απλώς δεν το παραδεχόμουν.
Όλα άρχισαν ένα βράδυ Δεκεμβρίου, όταν μια συνάδελφος, η Ελένη, μου έδειξε στο κινητό της κάτι που είχε κερδίσει. Δεν ήταν τίποτα τρελό, κάτι εκατό ευρώ, αλλά ήταν από ένα παιχνίδι σε ένα online καζίνο. Της είπα ότι είναι ανόητο, ότι αυτά είναι για χαζούς, ότι θα χάσει τα λεφτά της. Γέλασε και μου είπε ότι παίζει μόνο πέντε ευρώ τον μήνα, σαν να αγοράζει λαχείο, και ότι της αρέσει η αίσθηση της προσμονής. Εκείνη τη νύχτα, στο σπίτι, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σκεφτόμουν τα λόγια της. Όχι τα λεφτά. Την προσμονή. Πόσο καιρό είχα να νιώσω προσμονή για κάτι;
Έτσι, την επόμενη μέρα, αφού τελείωσα τη βάρδια μου, κάθισα στον υπολογιστή μου με ένα περίεργο μείγμα ντροπής και περιέργειας. Έψαξα στο ίντερνετ, διάβασα κριτικές, προσπάθησα να καταλάβω ποιο είναι ασφαλές και ποιο όχι. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε χίλιες επιλογές, βρήκα το
vavada online casino
. Μου άρεσε το όνομά του, μου άρεσε που είχε ελληνικά, μου άρεσε που δεν με πίεζε να κατεβάσω τίποτα περίεργα προγράμματα. Έφτιαξα λογαριασμό, έβαλα δέκα ευρώ, και για πρώτη φορά στη ζωή μου, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει λίγο πιο γρήγορα χωρίς να υπάρχει ιατρικός λόγος.
Το πρώτο παιχνίδι που άνοιξα ήταν κάτι με φρούτα, πολύχρωμα, με ήχους που μου θύμιζαν τα παιχνιδάδικα της παιδικής μου ηλικίας. Πάτησα το κουμπί, οι τροχοί γύρισαν, και έχασα. Δεν ένιωσα τίποτα. Πάτησα ξανά. Έχασα ξανά. Πάτησα ξανά. Και τότε, ξαφνικά, τα φρούτα ευθυγραμμίστηκαν, οι ήχοι άλλαξαν, και ένα νούμερο εμφανίστηκε στην οθόνη: εβδομήντα πέντε ευρώ. Ήταν σαν να με χτύπησε κάτι στο στομάχι. Ένα μικρό, ηλεκτρικό χτύπημα. Χαμογέλασα. Δεν το είπα σε κανέναν. Το κράτησα για μένα, σαν ένα μικρό, παράνομο μυστικό.
Τις επόμενες εβδομάδες, έπαιζα πού και πού. Πάντα λίγα ευρώ, πάντα μετά τη βάρδια, πάντα μόνη μου. Δεν το έβλεπα σαν τρόπο να βγάλω λεφτά. Το έβλεπα σαν ένα μικρό τελετουργικό, μια στιγμή όπου ήμουν εγώ και μόνο εγώ, χωρίς ασθενείς, χωρίς γιατρούς, χωρίς ευθύνες. Και κάποιες φορές κέρδιζα. Μια φορά κέρδισα τριακόσια ευρώ σε ένα παιχνίδι με θέμα την άγρια φύση, και τα χρησιμοποίησα για να πάρω στη μητέρα μου ένα ζευγάρι παπούτσια που ήθελε εδώ και μήνες. Όταν της τα έδωσα, με κοίταξε με απορία και με ρώτησε πού τα βρήκα. Της είπα ότι ήταν έκπτωση. Δεν ήθελα να της εξηγήσω. Δεν ήθελα να χαλάσω τη στιγμή με λογική.
Ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, όμως, συνέβη κάτι που με τάραξε. Είχα μόλις γυρίσει από μια βάρδια που με είχε εξουθενώσει. Είχα χάσει έναν ασθενή, έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που τον παρακολουθούσα εβδομάδες, και ένιωθα ένα βάρος στο στήθος που δεν έφευγε. Κάθισα στον υπολογιστή μηχανικά, χωρίς να σκεφτώ. Άνοιξα το vavada online casino και μπήκα σε ένα παιχνίδι με ζωντανή ντίλερ, κάτι σαν ρουλέτα αλλά πιο περίπλοκο. Δεν ήξερα τους κανόνες. Δεν με ένοιαζε. Έβαλα είκοσι ευρώ, τα μισά από όσα είχα στον λογαριασμό μου εκείνο το βράδυ, και πάτησα το κουμπί. Η ντίλερ, μια γυναίκα με έντονο βλέμμα, γύρισε τη ρόδα. Η μπάλα χόρεψε, έπεσε, και σταμάτησε σε έναν αριθμό που δεν θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι το ποσό που εμφανίστηκε στην οθόνη: χίλια διακόσια ευρώ.
Έμεινα ακίνητη. Δεν ούρλιαξα, δεν πανηγύρισα. Απλώς κοίταξα την οθόνη και ένιωσα κάτι να λύνεται μέσα μου. Δεν ήταν η χαρά του κέρδους. Ήταν κάτι άλλο. Ήταν σαν να μου έλεγε το σύμπαν ότι, ναι, υπάρχει και κάτι καλό, ακόμα και μετά από μια μέρα γεμάτη θάνατο και σιωπή. Έκλεισα τον υπολογιστή και κοιμήθηκα για πρώτη φορά μετά από καιρό χωρίς να νιώθω το βάρος στο στήθος.
Την επόμενη μέρα, πήγα στη δουλειά και τα πάντα ήταν ίδια. Οι ασθενείς, οι γιατροί, οι βάρδιες. Αλλά εγώ ήμουν διαφορετική. Είχα κάτι μέσα μου που δεν είχα πριν. Δεν ήταν τα χρήματα, αν και δεν θα πω ψέματα ότι δεν με βοήθησαν. Ήταν η αίσθηση ότι είχα τον έλεγχο. Ότι μπορούσα να επιλέξω πότε να παίξω, πόσα να βάλω, πότε να σταματήσω. Και αυτό, για μένα, ήταν επαναστατικό. Γιατί σε όλη μου τη ζωή, ο έλεγχος ήταν κάτι που μου έδιναν οι άλλοι, ή κάτι που προσπαθούσα να διατηρήσω με το ζόρι. Τώρα ήταν κάτι που το είχα μέσα μου, δικό μου.
Άρχισα να παίζω πιο τακτικά, αλλά πάντα με κανόνες. Ποτέ πάνω από πενήντα ευρώ την εβδομάδα. Ποτέ όταν ήμουν θυμωμένη ή λυπημένη. Ποτέ όταν είχα πιει. Το έβλεπα σαν ένα χόμπι, σαν κάτι που μου έδινε χαρά χωρίς να με καταστρέφει. Και κάποιες φορές κέρδιζα, κάποιες φορές έχανα. Αλλά ακόμα και όταν έχανα, δεν ένιωθα ότι είχα χάσει κάτι σημαντικό. Ένιωθα ότι είχα πληρώσει για μια εμπειρία, για λίγη ένταση, για λίγη ελπίδα. Και αυτό, για μένα, ήταν αρκετό.
Ένα βράδυ, κάθισα με τη μητέρα μου στο σαλόνι και της μίλησα για όλα. Για την κούραση, για τη θλίψη, για τα παιχνίδια, για το vavada online casino. Περίμενα να με κρίνει. Αντ’ αυτού, με άκουσε προσεκτικά και μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ: «Μαρίνα, όλοι χρειαζόμαστε ένα μέρος να ξεφύγουμε. Το θέμα είναι να ξέρουμε πού είναι η έξοδος». Και κατάλαβα ότι αυτό ήταν το πιο σημαντικό μάθημα. Ότι η απόδραση δεν είναι κακή, αρκεί να μην γίνει φυγή. Αρκεί να ξέρεις ότι μπορείς να γυρίσεις.
Δεν έγινα πλούσια. Δεν άφησα τη δουλειά μου. Δεν άλλαξα ζωή. Αλλά έμαθα κάτι πολύτιμο: ότι η ζωή δεν είναι μόνο καθήκον και θυσία. Είναι και μικρές στιγμές χαράς, μικρές στιγμές που σου θυμίζουν ότι είσαι άνθρωπος, όχι μηχανή. Και αν αυτές οι στιγμές έρχονται μέσα από ένα παιχνίδι στον υπολογιστή, τότε ποιος είμαι εγώ να τις αρνηθώ; Το vavada online casino ήταν το μέσο, όχι ο σκοπός. Ήταν το μέρος όπου έμαθα να χαλαρώνω, να διασκεδάζω, να ρισκάρω με μέτρο, να χάνω και να μην καταστρέφομαι. Και πάνω απ’ όλα, έμαθα ότι δεν χρειάζεται να είσαι κάποιος άλλος για να νιώσεις ζωντανός. Μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, με τη στολή της νοσηλεύτριας, με τα χέρια σου που έχουν αγγίξει τόσους ανθρώπους, και να βρεις μια μικρή περιπέτεια μέσα στην οθόνη του υπολογιστή σου.
Τώρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αφιερώνω δέκα λεπτά στον εαυτό μου. Μερικές φορές παίζω, μερικές φορές απλώς κοιτάζω τα παιχνίδια, μερικές φορές δεν κάνω τίποτα. Αλλά πάντα, πριν κλείσω τον υπολογιστή, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι αύριο θα ξυπνήσω, θα πάω στη δουλειά, θα φροντίσω τους ασθενείς μου, θα κουραστώ, θα θυμώσω, θα λυπηθώ. Αλλά ξέρω επίσης ότι υπάρχει κάτι μικρό, κάτι δικό μου, που με περιμένει. Και αυτό, για μένα, είναι αρκετό.